Όλα είναι πολιτικά.
Το λέω και φεύγει από τη μέση. Η μεγάλη απάτη με αυτή τη λέξη – το πολιτικό – είναι ότι συνδέεται αυτομάτως με κυβερνήσεις, κόμματα και εκλογές ένω στη βάση και την ουσία της είναι η προσωπική επιλογή θέσης ενός ατόμου σε σχέση με το οτιδήποτε. Η μή επιλογή θέσης είναι κι αυτή πολιτική – και φυσικά όχι σε όλες τις περιπτώσεις κατακριτέα. Ο καθένας έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να μην τοποθετείται για τα πάντα, άσχετα που συχνά επιλέγει να τοποθετηθεί αποκλειστικά και μόνο για πράγματα για τα οποία έχει μηδενική γνώση (!) Από την άλλη, όλο και συχνότερα εμφανίζεται η επιτακτική ανάγκη να τοποθετούμαστε με σαφήνεια και καθαρότητα υπέρ, ας πούμε, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων οπουδήποτε στον κόσμο – τυχαίο παράδειγμα – και σε αυτή την περίπτωση η μη θέση είναι πολύ περισσότερο συνενοχή παρά ουδετερότητα.
Τις μέρες που γράφεται αυτό το κείμενο, ο λαός του Ιράν εξεγείρεται ενάντια στο θεοκρατικό καθεστώς, με αφορμή την οικονομική κατάρρευση της χώρας, και ενόσω φωτογραφίες γυναικών που ανάβουν τσιγάρο με την φλεγόμενη φωτογραφία του ανώτατου ηγέτη της, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, κάνουν το γύρο του κόσμου, το καθεστώς έχει κάνει shut down στις επικοινωνίες και φέρεται να έχει ήδη δολοφονήσει χιλιάδες πολίτες.
Σε εμάς εδώ, το whataboutism δίνει και παίρνει.
Whataboutism: Προέρχεται από το what about = ναι, αλλά τι γίνεται σχετικά με… και είναι μορφή προπαγάνδας που χρησιμοποιείται στο διάλογο με σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία του συνομιλητή κατηγορώντας τον για υποκρισία, χωρις στην ουσία αυτός που κάνει χρήση του όρου να απαντά σε αυτά που του καταλογίζουν. Πηγή: Προπαγάνδα & Παραπληροφόρηση, Άρης Χατζηστεφάνου, 2022, Εκδόσεις Τόπος.
Για μια ακόμα φορά δηλαδή, δεν μας απασχολεί ένας ο λαός που υποφέρει και διεκδικεί την ελευθερία του μετά από δεκάδες χρόνια καταπίεσης, αλλά το πώς θα αξιοποιήσουμε το γεγονός αυτό υπέρ μας, ως επιχείρημα στον καθημερινό ψευτοϊδεολογικό μας πόλεμο. Κι αυτό αφορά οποιονδήποτε δημιουργεί και ασπάζεται ανύπαρκτα δίπολα – ανύπαρκτα, καθώς η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ άσπρη ή μαύρη, αλλά ένα χρωματικό φάσμα πολύ πιο σύνθετο και πολυπαραγοντικό από την υπεραπλούστευση που βολεύει την εκάστοτε πλευρά.
Άνθρωποι που προσπαθούν να φωνάξουν πιο δυνατά από τους απέναντι, αντι να προσπαθήσουν να καταλάβουν.
Οι εικόνες και τα βίντεο που φτάνουν σε εμάς θυμίζουν, φυσικά, τις αντίστοιχες μέρες του Σεπτέμβρη του 2022 και τις εξεγέρσεις με το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», μετά τη δολοφονία της Μαχσά Αμινί ,λίγες μέρες μετά τη σύλληψη της από την Αστυνομία Ηθικής του Ιράν, επειδή δεν φορούσε σωστα τη χιτζάμπ.
Ο Σπόρος της Ιερής Συκιάς του Μοχάμαντ Ρασούλοφ
τοποθετείται σε εκείνη ακριβώς την περίοδο και εστιάζει σε μια ιρανική οικογένεια με τον πατέρα να εργάζεται ως εισαγγελέας, τις δύο κόρες να αφυπνίζονται σταδιακά μέσω των social media για την αυταρχικότητα και τις μεθόδους καταστολής που χρησιμοποιεί το καθεστώς και την συγκλονιστική Σοεϊλά Γκολεστανί στον ρόλο της μητέρας που προσπαθεί να διατηρήσει τις ισορροπίες. Είναι για μένα το απόλυτο παράδειγμα του πώς πρέπει να κάνει κάποιος πολιτικό σινεμά, με σκοπό να ενημερώσει και να εκπαιδεύσει το κοινό, λειτουργώντας τελικά πολύ περισσότερο ως ντοκιμαντέρ παρά ως μυθοπλασία. Η ανάγκη για πολιτικό σινεμά μπορεί να υπήρχε πάντα, όμως στα χρόνια της υπερπληροφόρησης, των στρατευμένων ΜΜΕ, και του αδυσώπητου, πολωτικού σκρολαρίσματος, κουβαλάει ένα επιπλέον χρέος: να ανοίξει παράθυρα στον κόσμο.
Θα με ενδιέφερε μια έρευνα που να μελετά τα ερεθίσματα που δέχεται ο εγκέφαλος του ατόμου όταν διαβάζει απόψεις με τις οποίες διαφωνεί σε ένα ενημερωτικό σάιτ, σε σχέση με το να βλέπει μια ταινία που παρουσιάζει τις ίδιες ακριβώς απόψεις. Πώς αντιδρά στο ένα και πώς το άλλο; Πώς μεταβολίζει αποδοτικότερα την πληροφορία; Με τι ταράζεται πιο εύκολα;
Η τέχνη έρχεται συχνά ως απάντηση στην παράνοια και παρουσιάζει μικρές και μεγάλες αλήθειες με έναν τρόπο πιο έμμεσο και άρα πιθανότατα πιο προσβάσιμο, και μπορεί να έχει το ευχάριστο αποτέλεσμα να ακουμπήσει μερικούς κανονικούς ανθρώπους που αποφεύγουν εντελώς συνειδητά την έκθεσή τους σε ακραίες φωνές, παίρνοντας τελικά το ρίσκο της μη ενημέρωσης έναντι των fake news. Αυτό το κενό που δημιουργείται από την αποστροφή του κόσμου για λίγη ακόμα χυδαιότητα είναι που ίσως μπορεί να γεμίσει μια ταινία σαν τον Σπόρο της Ιερής Συκιάς. Μια ταινία που μας τοποθετεί μπροστά σε όλα όσα κάνουμε πως δεν βλέπουμε (αυταρχισμός, αστυνομική βία, κρατικές δολοφονίες, καταπιεσμένες γυναίκες, λογοκρισία, ελεγχόμενα ΜΜΕ), με φόντο τη δολοφονία της Μαχσά Αμινί.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας Μοχάμαντ Ρασούλοφ, παράγει πλέον ένα έργο που έχει μετατοπιστεί στοχευμένα από τον συμβολισμό στον ρεαλισμό, και αγωνίζεται μέσα από το σινεμά του, προσπαθώντας και πιστεύοντας ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Ο Ρασούλοφ φυλακίστηκε (όπως και ο Τζαφάρ Παναχί) αρκετές φορές στο παρελθόν – αφού κάθε του κίνηση θεωρούνταν απειλη για το καθεστώς – και μετά το τέλος των γυρισμάτων που πραγματοποιήθηκαν κρυφά, διέφυγε από τη χώρα ερχόμενος στην Ευρώπη για να αποφύγει την εκ νέου φυλάκισή του, αυτή τη φορά για 8 χρόνια. Και όσο κι αν φαίνεται παράλογο, πιστεύω ότι η επαφή με το πολιτικό έργο ενος ανθρώπου που ρισκάρει τη ζωή και την ελευθερία του για να αντισταθεί, έχει να μας διδάξει πολύ περισσότερα από την πλειοψηφία των αμφιβόλου εγκυρότητας ενημερωτικών τίτλων που περνάνε κάθε στιγμή από το feed μας.
Ο Σπόρος της Ιερής Συκιάς κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών το 2024.
Editor: Σταυρούλα Κουλίτση





