Worth the hype | Ζιγκοάλα vs. Πλυτά

Τα γαστρονομικά αδιέξοδα της Αθήνας και τα εστιατόρια Ζιγκοάλα και Πλυτά για τα οποία συζητούν – εντελώς και αδιαπραγμάτευτα δικαιολογημένα – όλοι.

Η γαστρονομική σκηνή της Αθήνας ανθίζει εδώ και 10+ χρόνια, όμως, το παράδοξο είναι ότι νιώθω συνεχώς και αυξανόμενα τη σχέση μου μαζί της να περνάει κρίση. 

Αναζητώ σχεδον εμμονικά αυτό το πιάτο που θα μου ανατινάξει το μυαλό, που θα το σκέφτομαι σε άσχετες στιγμές της ζωής μου, ανεξάρτητα από το αν πεινάω, και που θα με κάνει να επιστρέφω ξανα και ξανά στο ίδιο μέρος μόνο για εκείνο.

Κι αν δεν μπορώ να απαιτώ από τους μάγειρες και τις μαγείρισσες που ορίζουν αυτή τη στιγμή τις γεύσεις της πόλης να κάνουν συνεχώς και χωρίς διάλειμμα υπερβάσεις, μπορώ σίγουρα να αναγνωρίσω ότι λείπουν οι φρέσκιες ιδέες ή τελοσπάντων τα πιο personalized concepts που να λένε τις δικές τους, ξεχωριστές, ιστορίες και όχι τον ανέμπνευστο μέσο όρο των τάσεων που επικρατούν.

Γιατί, όσο κι αν θέλω να πω «δεν φταις εσύ, εγώ φταίω», όταν ψάχνω σε ποιό εστιατόριο θα πάω για φαγητό, είναι σαν να βλεπω πρόγραμμα ελληνικής τηλεόρασης των 20s που είναι γεμάτο σειρές εποχής, επειδή πήγε καλά μια σειρά εποχής, και τώρα θα βλέπετε μόνο σειρές εποχής, μέχρι να σιχαθείτε τις σειρές εποχής, γιατι that’s the current thing. Και για να μην είμαι άδικη, δέχομαι να μην το κάνεις πρώτος, απλώς σε αυτή την περίπτωση, επιβάλλεται να το κάνεις σωστά.

Στο μεταξύ, όσοι έχουμε ακόμα την αντοχή και τη δυνατότητα να προσπαθούμε να βγάλουμε άκρη μεσα σε όλη αυτή την υπερπροσφορά πανομοιότυπων επιλογών εστιατορίων, μαγειρείων, νεο-ταβερνών, γαστρό-οτιδήποτε και άλλων φαντεζί ορισμών, αντιμετωπίζουμε δύο βασικά ντισαβαντάζ.

Πρώτον, έχουμε τόσο πια εκπαιδευτεί στο μέτριο, που αποθεώνουμε χωρίς πολλή σκέψη οτιδήποτε είναι πάνω από αυτό, κάτι που μας κάνει να εμπιστευόμαστε ελάχιστα τις συστάσεις και τις κριτικές, πόσο μάλλον όταν αφορούν τα μέρη που πάνε όλοι-πρέπει-τώρα βγάζοντας σολντ άουτ μους ταραμά και καμμένα κουνουπίδια – spoiler alert: θα μιλήσουμε αργότερα για καμμένα λάχανα. 

Δεύτερο και σημαντικό, η υπερκοστολόγηση έχει γίνει οριζόντια, κάτι που δημιουργεί δυσδιάκριτα όρια μεταξύ ενός πλήρως αιτιολογημένα απαιτητικού οικονομικά μενού – με ποιοτικά υλικά, συχνά παραγωγής των ίδιων των εστιατορίων, χρονοβόρες τεχνικές δημιουργίας και μεγάλου αριθμού εργαζομένων – και ενός overpriced συνόλου πιάτων γιατί_με_παίρνει aka βενζινάδικο εν μέσω πολέμου στη Μέση Ανατολή. Θα μου πεις, ο καθένας κοστολογεί το προϊόν του όπως θεωρεί σωστό κι εσύ, αν δεν θές, μην πας – και είναι αρκετές οι φορές που έχω υπερασπιστεί αυτή τη λογική σε συζητήσεις όταν δεν αφορούν ζητήματα βασικής επιβίωσης – αλλά:

Όταν, συνολικά, η εμπειρία που προσφέρεται δεν δίνει το κάτι παραπάνω και ταυτόχρονα ξεπερνά κατα πολύ το δικαιολογημένο κόστος για αυτό που παρέχει, ε δε σου δίνει ακριβώς το κίνητρο να μην μαγειρέψεις κάτι στο σπίτι και να βγεις απλώς για ένα ποτό.

Άλλωστε, μπορεί το να τρώς ποιοτικό φαγητό έξω να είναι μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής, όμως δεν παύει να λειτουργεί αναλογικά με το προνόμιο του καθενός να μπορεί να το υποστηρίξει.

Τελοσπάντων, αυτό το κείμενο θα έπρεπε να έχει στην αρχή ένα κουμπί jump to the recipe και όσο παράδοξο κι αν είναι, την αφορμή για όλο τον παραπάνω συλλογισμό αποτελούν δύο από τα πιο hyped εστιατόρια για φέτος, το Ζιγκοάλα στην Ομόνοια και το Πλυτά στο Παγκράτι, τα οποία πραγματικά πιστεύω ότι είναι από τα instant classics που ορίζουν την κατηγορία. Το πολύ ουσιαστικό κοινό χαρακτηριστικό τους, είναι ότι δίνουν την ίδια απάντηση στην ίδια απελπισμένη ερώτηση.

Απλά υλικά, άριστης ποιότητας, σωστά μαγειρεμένα, αρμονικά συνδυασμένα ως η μόνη εμφατική απάντηση στο γαστρονομικό χάος.

Το Ζιγκοάλα και το Πλυτά, με τις καθαρές, ανοιχτές κουζίνες τους, έχουν μια απόλυτα προσβάσιμη προσέγγιση στο φαγητό που μας προσφέρουν, και μας υπενθυμίζουν ότι ο πραγματικός λόγος για να καθίσουμε γύρω από τα αθηναϊκά τραπέζια, δεν πρέπει να είναι το fomo, αλλά η ανάγκη για μια shared, κομφορτ εμπειρία ανακάλυψης γεύσεων και ιδεών.

Οι εσωτερικοί χώροι τους έχουν μια απλότητα – οκ το Ζιγκοάλα έχει και μια άπλα, ενώ στο Πλυτά ένιωσα κάπώς κοντά με τη διπλανή παρέα, κάτι που ξέχασα σύντομα χαζεύοντας τις ανοιχτές φωτιές. Ούτως η άλλως, το πραγματικό ραντεβού που έδωσα μαζί τους, είναι στα πεζοδρόμιά τους με ήλιο. Τα μενού έχουν επίσης μια απλότητα στις περιγραφές. Μου αρέσει αυτή η απλότητα. Δεν τα καταλαβαίνεις όλα, αλλά ποιός τα κατάλαβε ποτέ όλα για να τα καταλάβω εγώ διαβάζοντας εποχιακό μενού;

Σημειώσεις για Ζιγκοάλα

  1. Αν μου έλεγε ποτέ κανείς, ότι σε ένα τραπέζι με φανταστικές πατάτες και γευστικότατο παλαιστινιακό κοτόπουλο, εγώ θα έτρωγα μανιωδώς την – ψύχραιμα – πιο νόστιμη σαλάτα που έχω φάει ποτέ – με καμμένο λάχανο, θα του ευχόμουν να τρώει κάθε μέρα φασολάδα για τους επόμενους τρεις μήνες.
  2. Το θέμα είναι, ότι λίγο αργότερα, δοκίμασα τη φασολάδα με πορτοκάλι, ταραμοσαλάτα και πέστροφα που άνετα θα έτρωγα κάθε μέρα για τους επόμενους τρεις μήνες.

Σημειώσεις για Πλυτά

  1. Γραβιερόπιτα στα κάρβουνα για πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό. Την ίδια μέρα.
  2. Κατσίκα κοκκινιστή με πατάτες τηγανητές – το οποίο να σημειώσω πώς δεν είχαμε παραγγείλει (γιατί, τι να ξέρουμε κι εμείς) και μας το έφεραν για να το δοκιμάσουμε γιατί είναι κάλοι άνθρωποι (!) Και ήταν αυτό το μπαχαράτο κοκκινιστό που λιώνει στο στόμα και σε καμία περίπτωση δεν βγάζει αυτή την ντοματίλα που ποτέ μου δεν αγάπησα.
  3. ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΡΕΣΚΟΨΗΜΕΝΟ, ΥΠΕΡΟΧΟ, ΓΑΛΑΚΤΟΜΠΟΥΡΕΚΟ

Εδώ είναι το κατάλληλο σημείο για να κάνω μια ειδική αναφορά στο προσωπικό του Πλυτά. Είναι πάρα πολύ λεπτή η ισορροπία του να φροντίζεις κάποιον πελάτη, σαν να είναι καλεσμένος και είναι ακόμα πιο περίπλοκο το να ρωτάς με πραγματικο ενδιαφέρον τι πήγε σωστά και τι λάθος στην εμπειρία του – ναι, ναι είναι πραγματικά περίπλοκο να δείξεις σήμερα πραγματικό ενδιαφέρον, αυτό είπα!

Μια τελευταία διαπίστωση

Κάπως έχει ενδιαφέρον το ότι ξεκίνησα αναζητώντας αυτο το πιάτο που θα μου ανατινάξει το μυαλό, όταν στην πλειοψηφία τους τα εστιατόρια που επιλέγω και εκτιμώ δεν έχουν σταθερά μενού και κανείς δεν μου εγγυάται ότι θα ξαναβρω αυτό που ψάχνω. Τελικά αποδεικνύεται πώς δεν αναζητώ το πιάτο, αλλά τους ανθρώπους που το εμπνεύστηκαν, το δημιούργησαν, μου το προσέφεραν και με έκαναν να εμπιστευτώ ότι μπορούν να με κάνουν να νιώσω έτσι ξανά και ξανά.

Editor: Σταυρούλα Κουλίτση