Στον Tiago Rodrigues εμπιστεύεσαι την καρδιά σου και ξέρεις ότι μπορεί να τη φροντίσει

Το φετινό αφιέρωμα του Onassis Stegi στον Tiago Rodrigues με έβαλε στον κόσμο του για τρεις συνεχόμενες μέρες και τώρα με προκαλεί να προσπαθήσω να τακτοποιήσω τις σκέψεις και τα συναισθήματα που άφησε πίσω του.

Σε μια ανάλυση από εκείνες που γίνονται σε ράντομ μπαρ, πάνω από μέτριες μπύρες, συζητούσαμε με έναν φίλο για τις έννοιες της πνευματικής και συναισθηματικής εγγύτητας, τον διαχωρισμό τους, την τύχη του να συναντάς ανθρώπους που μπορούν να σου προσφέρουν και τα δύο και τη λεπτή γραμμή που μας χωρίζει από την αποδοχή του ότι δεν είμαστε όλοι για όλα, δεν είναι όλοι για όλους, δεν είναι όλοι για όλα με όλους.

O Tiago Rodrigues επιδιώκει συνειδητά να είναι κατανοητός από όλους – κατανοητός με την έννοια του προσβάσιμος – και το καταφέρνει αβίαστα, όχι επειδή θα αρέσει σε όλους – πώς θα μπορούσε άλλωστε ενας τόσο βαθιά υπαρξιακός και με ξεκάθαρο πολιτικό πρόσημο καλλιτέχνης να είναι αρεστός σε όλους – αλλά επειδή απευθύνεται τόσο στην πνευματικότητα όσο και στις συναισθηματικές ρωγμές μας, δημιουργώντας πολυάριθμα επίπεδα εμβάθυνσης.

Είναι αυτός ο τύπος με τον οποίο έχεις καλές πιθανότητες να αποκτήσεις ταυτόχρονα και πνευματική και συναισθηματική εγγύτητα, αρκεί να τα βρείτε λίγο στα βασικά, να πηγαίνετε στις ίδιες συναυλίες και να μισείτε τους φασίστες για παράδειγμα.

Οι παραστάσεις του συνομιλούν μεταξύ τους μέσα στο άχρονο εσωτερικό σύμπαν, αυτό το Tiago-verse, που εχει χτίσει – παραδοξη εδώ η αναγκαιότητα χρήσης της λέξης άχρονο για ένα συνολικό έργο που πραγματεύεται τόσο έντονα την έννοια του χρόνου και την σχεση του με τις υπολοιπες διαστασεις – και κάθε φορά που βλέπεις ή ξαναβλέπεις κάτι δικό του, σου αφήνει ένα διαφορετικό αποτύπωμα. Σαν να συμβαίνει ένα επαναλαμβανόμενο πείραμα, στο οποίο κάθε φορά διαφοροποιείται ελάχιστα μια παράμετρος και προκύπτει τελικά ένα νέο, αλλά συνεπές στις βασικές αρχές του, αποτέλεσμα. 

Ο Χορός των εραστών (Lover’s Chorus), μια παράσταση που παρουσιάστηκε για δυο σερί σεζόν στην Αθήνα από τους συγκινητικούς Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου και Νίκο Καραθάνο, λειτουργεί σε άμεση αντίστιξη με την Απόσταση (La Distance) που είδαμε αυτές τις μέρες στη Στέγη.

Στην πρώτη περίπτωση, η φράση «έχουμε χρόνο» στην οποία επανέρχεται συνεχώς το ζευγάρι, είναι κάτι σαν ευχή για να νικηθεί ο φόβος της απώλειας την συνύπαρξης. Στη δεύτερη, «το πρόβλημα δεν είναι η απόσταση, αλλά ο χρόνος», ο χρόνος που τελειώνει και δημιουργει μια συνθήκη κατεπείγοντος μέσα σε ένα πλαίσιο απόγνωσης. Εδώ, μάλιστα, έχουμε σαν επιπλέον κεντρικό άξονα την μνήμη: ένας πατέρας στην υπό κατάρρευση Γη, μια κόρη στον Άρη και ο χρόνος που τους απομένει για να επικοινωνούν με ηχητικά μηνύματα, μέχρι εκείνη να ολοκληρώσει την διαδικασία μετάβασης που θα της επιτρέψει – επιβάλλει; – να ξεχάσει κάθε ανάμνηση από την μέχρι τότε ζωή της και να δημιουργήσει, μαζί με άλλους ας πούμε επαναστάτες, την νέα ανθρωπότητα. Δύο σπαρακτικά έργα που λειτουργούν με εξαιρετικό τρόπο ανεξάρτητα, αλλά μετουσιώνονται σε μια ευρύτερη υπαρξιακή ιδέα αν τα ενώσεις. 

Καλά μέχρι εδώ, θα πείτε, αλλά πού είναι η πνευματική εγγύτητα που μας υποσχέθηκες;

Επιστρέφω στον Χορό των εραστών. Όταν είδα την παράσταση για πρώτη φορά, άρχισα να κλαίω περίπου στα πρώτα 2 λεπτά και σε όλη τη διάρκεια της παράστασης προσπαθούσα, για κάποιο λόγο που δεν μπορώ ακόμα να εξηγήσω, ανεπιτυχώς να συγκρατηθώ – ίσως για να μην αποσυγκεντρωθώ, ίσως επειδή δεν ήξερα τι να το κάνω εκείνο το τόσο δυνατό συναίσθημα που δεν είχα υπολογίσει ότι θα προσγειωθεί πάνω μου μια Τετάρτη απόγευμα. 

Τελοσπάντων, πήγα ξανά φέτος έχοντας κάνει ντιλ με τον εαυτό μου ότι θα με αφήσω να κλάψω όσο θέλω χωρίς να με κρίνω, αλλά με την διαρκή αμφιβολία για το αν μπορεί τελικά η ίδια ακριβώς παράσταση να με συγκλονίσει ξανά, με αντίστοιχη ένταση, χωρίς να μπορεί πια να αξιοποιήσει το στοιχείο της έκπληξης – δηλαδή μόνο με το ήδη γνωστό σε μένα κείμενό της. 

Το στοιχείο της έκπληξης στα έργα του Tiago Rodrigues δεν είναι κάτι αυθαίρετο – είναι κάθε φορά ένας πολύ προσεκτικά επιλεγμένος μηχανισμός, ένα μοτίβο αφήγησης ή μάλλον καλύτερα ένα δραματουργικό εύρημα. Στην προκειμένη, το εύρημα είναι ότι οι δύο ηθοποιοί μιλούν ταυτόχρονα, λέγοντας στο μεγαλύτερο κομμάτι της παράστασης ακριβώς τις ίδιες λέξεις, αλλάζοντας μόνο τις αντωνυμίες. Τα πάντα παραδίδονται στους θεατές μέσω αυτής της διαδικασίας, το εύρημα είναι ο νόμος που διαπερνά ολόκληρο το έργο και που ενίοτε καταπατάται – γιατί κάθε σύστημα που σέβεται τον εαυτό του, επιτρέπει κάποιο glitch.

Στο masterclass που παρέδωσε το Σάββατο στη Στέγη, έβγαλαν όλα απόλυτο νόημα. Ο Tiago Rodrigues δημιουργεί μαζί με ανθρώπους για ανθρώπους, όχι σαν μια ιδιοφυία με ένα καλογυαλισμένο όραμα – ιερό δισκοπότηρο που ψάχνει πιστούς ακολούθους, αλλά σαν ένας θεατρικός auteur που εμπνέεται, εξερευνεί, δοκιμάζει, απορρίπτει, επαναπροσδιορίζει και τελικά φτάνει κάθε φορά σε μια νέα, πληρέστερη εκδοχή του έργου του.

Γράφει το κείμενο εν μέσω προβών, με συνεχές feedback από κάθε συνεργάτη που εμπλέκεται στο πρότζεκτ αφού πρώτα τους έχει επιλέξει όλους πολύ προσεκτικά και έχουν δουλέψει μαζί το θέμα σε συναντήσεις, workshops, με επιστημονικούς συνεργάτες και references από όλο το φάσμα των τεχνών. Σε κάποιο σημείο της διαδικασίας, εισάγεται το εύρημα – και τότε όλα αποκτούν την πραγματική μορφή τους. Το εύρημα σε κάθε έργο του είναι διαφορετικό και ιντριγκάρει τόσο πολύ το μυαλό όσο την ίδια στιγμή τα κείμενά του ακουμπάνε την ψυχή σου με απλή, οικεία, καθημερινή απεύθυνση.

Στη Απόσταση, οι ηθοποιοί βρίσκονται πάνω σε εναν συνεχώς κινούμενο δίσκο χωρίς να μπορούν ποτέ – ή μάλλον σχεδον ποτέ – να έρθουν σε οπτική επαφή μεταξύ τους. Στο By Heart, που επίσης παρουσιάστηκε αυτές τις μέρες στη Στέγη, ο Tiago Rodrigues ανέβηκε ο ίδιος στη σκηνή μαζί με 10 εθελοντές από το κοινό με στόχο να τους διδάξει το Σονέτο 30 του Σαίξπηρ το οποίο θα έπρεπε να μάθουν απ έξω (by heart), ενώ παράλληλα μας μιλούσε για το έργο και τη ζωή σημαντικών συγγραφέων, αλλά και της γιαγιάς του όταν εκείνη άρχισε να χάνει την όραση της.

Αυτό για παράδειγμα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από όσα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Ήταν ταυτόχρονα πειραματικό πρότζεκτ, παράσταση και stand up, ήταν ψυχογράφημα, ήταν πολιτικό μανιφέστο για την αξία της τέχνης και την ευθύνη που έχει ο καθένας από εμάς ωστε εκείνη να διασωθεί όταν αυτό γίνει απαραιτητο.

Δεν ξέρω τι καθιστά κάποιον σημαντικό δημιουργό. Είναι τα θέματα που παρουσιάζει; Είναι ο τρόπος που τα παρουσιάζει; Είναι το πώς αυτά τα δύο λειτουργούν στους αποδέκτες; Έχει σημασία πόσοι είναι αυτοι οι αποδέκτες; Νομίζω πώς δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη απάντηση, ούτε κάποιο manual που όποιος το ακολουθήσει θα πετύχει. Νομίζω όμως πώς όταν κάποιος είναι πραγματικά σημαντικός, απλώς το ξέρεις. Ο Tiago Rodrigues είναι και όσοι έχουμε έρθει σε επαφή με το έργο του, σίγουρα το ξέρουμε.

Editor: Σταυρούλα Κουλίτση