Η Αρκουδότρυπα δεν είναι μια queer ταινία

Η Αρκουδότρυπα της Χρυσιάννας Παπαδάκη και του Στέργιου Ντινόπουλου ξεκινάει με καταπράσινα βουνά, πολυφωνικά, τέκνο, κατσίκια, μανικιούρ κι ένα meta πορτοφολάκι με τον Χριστό – προφανώς και έχει ήδη την προσοχή μας.

Ο όρος queer σινεμά δεν μου ήταν ποτέ συμπαθής κι αυτό γιατί νιώθω πως επαναστοχοποιεί ακριβώς αυτό στο οποίο προσπαθεί να δώσει ορατότητα.

Θα μου πείτε, πιστεύεις ότι υπάρχει επαρκής ορατότητα στην τέχνη για να περάσουμε στο επόμενο στάδιο; Ότι έχουμε κατακτήσει κάθε πτυχή της συμπερίληψης και είναι πια σαφές πώς είμαστε όλοι άνθρωποι με αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα; Θα κάνω μια πρόχειρη βόλτα στα σχόλια του facebook, κάτω από τις αναρτήσεις που εμφανίζονται όταν πατήσει κάποιος στην αναζήτηση την λέξη αρκουδότρυπα, και θα σας απαντήσω με ένα εμφατικό όχι.

Παρόλα αυτά, νιώθω εδώ και αρκετά χρόνια την ανάγκη να δω στο σινεμά περισσότερες ιστορίες που δεν πραγματεύονται την queer ταυτότητα αυτή καθ αυτή, αλλά την εντάσσουν αρμονικά στη μεγάλη εικόνα, χωρίς στερεοτυπική αποτύπωση, χωρίς αποκλειστική εστίαση στο queer βίωμα και κυρίως χωρίς όλα τα παραπάνω να γίνονται υπό ένα – ας το πούμε – straight gaze.

Έχω αυτή την παράλογη ανάγκη να δω στο σινεμά όσα θέλω να δω και εκεί έξω στον κόσμο: Μια ρομαντική ιστορία, που είναι μια ρομαντική ιστορία ανεξαρτήτως του βιολογικού και κοινωνικού φύλου, της ταυτότητας και της σεξουαλικότητας των χαρακτήρων και πιστεύω πως, όταν αυτό θα θεωρείται δεδομένο, θα έχουμε πραγματικά νικήσει.

Λατρεύω το σινεμά του ρεαλισμού, όπως λατρέυω επίσης το σινεμά με λανθιμικά σύμπαντα, παραβολές και αναλογίες στο φάσμα του σουρεαλισμού. Έχω, όμως, κάποιες φορές και την ανάγκη για σινεμά που ανοίγει το δρόμο προς κάτι μη-δυστοπικό.

Η Αρκουδότρυπα είναι ο απόλυτος οδηγός για το πώς μπορεί να μοιάζει η συμπεριληπτική τέχνη.

Πώς, για παράδειγμα, μπορείς να πεις μια ιστορία, εντάσσοντας το queerness όχι ως ένα σοκαριστικό γεγονός – «αχ, τι μας βρήκε» – αλλά ως μια ενδεχόμενη, φυσική εξέλιξη του ατόμου, αναδεικνύοντας όλα όσα εκεινο μπορεί να βιώνει υπάρχοντας σε μια, εκ πεποιθήσεως πια, καταπιεστική και εξουσιαστική μικρο-κοινωνία, και ταυτόχρονα, χωρίς ποτέ να χάνεις την εστίασή σου από το ίδιο και την δική του οπτική.

Το οξύμωρο είναι πως στην ταινία αυτό συμβαίνει μέσα από το χτίσιμο ενός σχεδόν ονειρικού πλαισίου, καθώς η ιστορία σεναριακά, ακροβατεί συνεχώς μεταξύ ρεαλισμού και παραλόγου: τα πάντα είναι γνώριμα, αλλά τίποτα δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε στο 100%.

Αυτό που ονομάζουμε σεναριακές ευκολίες, στην Αρκουδότρυπα είναι πολιτικές αποφάσεις. Οι δημιουργοί επιλέγουν να φυτεύουν σπόρους από τα γνώριμα πολιτικά ζητήματα συντηρητισμού, σεξισμού, οικογενειακής και κοινωνικής κριτικής, χειραγώγησης και προσκόλλησης στην παράδοση ως θέσφατο, τοποθετώντας τα στην επαρχία, χωρίς να την δαιμονοποιούν και με το κέντρο τους να παραμένει συναισθηματικό και υπαρξιακό.

Τι να κάνω εδώ ρε Αργυρώ;

Αυτό το ρητορικό και βαθιά υπαρξιακό ερώτημα, που απευθύνει στα πρώτα λεπτά ο χαρακτήρας της Αννέτας (Πάμελα Οικονομάκη) στον χαρακτήρα της Αργυρούς (Χαρά Κυριαζή), θέτει στην πραγματικότητα τον βασικό άξονα που καθορίζει τις επιλογές των ηρωίδων, αλλά και τη ροή ολόκληρης της ταινίας. Είναι μια κραυγή αγωνίας που τόσο έντονα διαπερνά τα άτομα αυτής της γενιάς και τόσο δύσκολα μπορεί, όχι να απαντηθεί, αλλά έστω να τεθεί υπό εσωτερική διαπραγμάτευση.

Αυτή η διαπραγμάτευση παρουσιάζεται πανέξυπνα με τη χρήση ενοτήτων και μη γραμμικού μοντάζ – που εξ αρχής υπήρχε στο σενάριο – δίνοντάς μας την δυνατότητα να ακολουθήσουμε την πορεία των δύο κοριτσιών ανεξάρτητα, μέσα από κάποιες σκηνές-αφετηρίες και βάζοντάς μας καθολικά μέσα στην ψυχοσύνθεσή τους παρέα με κλαρίνα, ζουρνάδες, τραπ και Μαρίνα Σάττι.

Τα τοπία είναι λες και βγήκαν από πίνακα του Μονέ – και έχει εδώ εξαιρετικό ενδιαφέρον το ότι, όπως ο ιμπρεσιονισμός τον 19ο αιώνα αμφισβήτησε (και κατέρριψε;) τις μέχρι τότε δεδομένες πρακτικές στη ζωγραφική, βγάζοντας τους καλλιτέχνες από τους κλειστούς χώρους, έτσι και η Αρκουδότρυπα έρχεται να αμφισβητήσει τον τρόπο που αποτυπώνεται στο σινεμά και ευρύτερα στην τέχνη, όχι μόνο το queer στοιχείο που αναφέραμε ήδη, αλλά και ο κομφορμισμός και η δήθεν ηθική.

Ο τρόπος αφήγησης μας ξεβολεύει ήπια, χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα και τη συμπόνια μας, και τελικά τα κερδίζει.

Το ότι ο αστυνομικός και σύντροφος (να μια λάθος λέξη) της Αννέτας, λειτουργέι περισσότερο ως σύμβολο και δεν εμφανίζεται ποτέ on screen, παρότι η ύπαρξή του ορίζει τα γεγονότα στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, είναι μια επιλογή, γιατί η οπτική απουσία του, επικυρώνει την ασημαντότητά του για την Αννέτα.

Το ότι στην σκηνή που η Αννέτα παίρνει το μικρόφωνο στο πανηγύρι για το απολαυστικό της μανιφέστο η κάμερα είναι συνεχώς πάνω της και δεν βλέπουμε τις αντιδράσεις των υπολοίπων, είναι μια επιλογή. Δεν ξέρουμε τους αν τους σοκάρει, αν τους αηδιάζει, αν τους περνάει αδιάφορη, γιατι δεν μας ενδιαφέρει. Μας ενδιαφέρει η δήλωση του χαρακτήρα, ως επισφράγιση της στροφής 180 μοιρών, ως αφύπνιση. Γιατί μάντεψε, κανείς δεν θέλει τη συμπάθειά σου επειδή είναι κάτι διαφορετικό από το κοινως αποδεκτό και, κυρίως, κανείς δεν θέλει την συμπάθειά σου παρότι είναι κάτι διαφορετικό από το κοινώς αποδεκτό.

Η Αρκουδότρυπα είναι μια τρυφερή ιστορία που μοιάζει ενηλικίωσης, αλλά στην ουσία είναι μια απελευθερωτική αποτύπωση της ρευστότητας του ατόμου και των ανθρωπίνων σχέσεων, μια μάχη απέναντι στο κενό νόημα του κοινωνικά επιβεβλημένου, μια αναζήτηση συναισθηματικής πληρότητας. Και τελοσπάντων, είναι μια ιστορία όπου μια queer γυναίκα σμπαραλιάζει ένα μπατσικό – εεε περιπολικό εννοούσα – και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για να πας να την δεις. 

Editor: Σταυρούλα Κουλίτση