Η αβάσταχτη ενοχή του να μην μπορείς να κάνεις τίποτα

«Έχεις δεί τα νέα;»

Δεν τολμάμε πλέον να ανακοινώσουμε ο ένας στον άλλο αυτό που μόλις διαβάσαμε στο feed μας.

Δεν μπορούμε να πούμε τις λέξεις, γιατί όταν λές κάτι δυνατά, τότε είναι που αποκτά την πλήρη του υπόσταση. Κι εμείς, δεν έχουμε προλάβει καλά καλά να επεξεργαστούμε τι έχει συμβεί, πόσο μάλλον να συναινέσουμε στο να ηχήσει κανονικά, να υπάρξει, σαν να είναι δεδομένο.

Όταν ήμουν μικρή, είχα βρει έναν τρόπο να καθησυχάζομαι όταν άκουγα στις ειδήσεις για ένα θλιβερό γεγονός το οποίο δεν μπορούσα, φυσικά, να μεταβολίσω – αθάνατες ειδήσεις των 21:00 στα 90s.

Έψαχνα τις μικρές λεπτομέρειες στις οποίες διαφοροποιούταν η δική μου ζωή από εκείνες των θυμάτων του εκάστοτε συμβάντος, και έτσι έπαιρνα την απαραίτητη απόσταση ασφαλείας, για να νιώσω ότι αυτό δεν θα μπορούσε – και κυρίως δεν θα μπορέσει ποτέ – να συμβεί σε μένα.

Αν η μητέρα μου δεν περπατούσε στην Άνω Γλυφάδα, δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει παρασυρθεί από τον χείμαρρο. Αν δεν δούλευε σε εργοστάσιο, δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει καεί ζωντανή μετά την έκρηξη. Αν δεν ήταν μετανάστρια πρώτης, δεύτερης ή τρίτης γενιάς, δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει δολοφονηθεί από τον ICE. Κι εγώ; Εγώ είμαι Ολυμπιακός, άρα δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι σε αυτό το βαν οπαδών του ΠΑΟΚ στη Ρουμανία. 

Ένας αγνός, παιδικός, μηχανισμός άμυνας απέναντι στη φρίκη.

Σήμερα, κάνω το αντίστροφο. Ψάχνω με μανία τα κοινά ή τα εν δυνάμει κοινά μου με τα θύματα ή τους ανθρώπους τους. Δεν με αφήνω να διανοηθώ ότι δεν θα μπορούσε αυτό να έχει συμβεί και σε μένα, να νιώσω ασφαλής. Κι έτσι, νομίζω ότι κάτι κάνω, ότι είμαι σε επαγρύπνηση, ότι δεν θα συνεχίσω τη ζωή μου σαν να μη συνέβη τίποτα ακριβώς επειδή δεν συνέβη σε μένα και ότι θα κάνω το καλύτερο που μπορώ, με όποιο μέσο έχω, για να μειωθούν οι πιθανότητες να ξανασυμβεί στον οποιονδήποτε.

Μετά από λίγο, έρχεται το επόμενο θλιβερό γεγονός και το επόμενο και το επόμενο. Κι εγώ στο μεταξύ, όχι μόνο δεν έχω καταφέρει να κάνω το παραμικρό για να τα αποτρέψω, αλλά έχω τολμήσει να συνεχίσω την καθημερινότητά μου κανονικά.

Συνεχίζουμε τις ζωές μας κανονικά και μας καθιστά προνομιούχους το να είμαστε ανήμποροι, παθητικοί, δέκτες των θλιβερών ειδήσεων.

Το να μην μας αφορούν άμεσα τα βίντεο που παίζουν σε διαστροφική λούπα στα μέσα, κι ας ξέρουμε ότι μας αφορούν πολύ πιο άμεσα απ’ ότι θα ελπίζαμε. Και με αυτό το συλλογικό βάρος και αυτή τη συλλογική ενοχή, είναι σαν να προσπαθούμε να εξισορροπήσουμε την αδικία, κάποιες φορές την ατυχία και δυστυχώς πολύ περισσότερες, την ξεκάθαρη ευθύνη που δεν μας ανήκει.

Editor: Σταυρούλα Κουλίτση