Ο Γιώργος Μαζωνάκης είναι ο Θεός που θα λείπει πάντα 

«Πέθανε ο Μαζωνάκης» – φρένο – «ΤΙ;». Θα αγνοήσω τις αντενδείξεις και θα προσπαθήσω να καταγράψω το συναίσθημα ακριβώς τη στιγμή που μου συμβαίνει. 

Δεν μπορεί, κάτι θα πρέπει να υπάρχει μετά το θάνατο, ένα ειδικό μέρος που πηγαίνουν όσοι αγαπήθηκαν πολύ και βλέπουν τους ζωντανούς να μετατρέπουν την αγάπη τους για εκείνους σε πένθος. Θα είναι άδικο να μην υπάρχει αυτό το μέρος.

Να μην μπόρεσε χθές το βράδυ ο Γιώργος Μαζωνάκης να ακούσει τα τραγούδια του μαζικά στη διαπασών απο μπαλκόνια και αυτοκίνητα σε κάθε δρόμο και γειτονιά. Να δει εκείνα τα σπίτια που αργά το απόγευμα πάτησαν παύση σε λίστες με κλασική μουσική, χέβι μέταλ και τέκνο για να βάλουν το Ώρες Μικρές

Ο Μαζώ πέθανε και μηδένισε ό,τι κι αν είχε σημασία εκείνη τη στιγμή.

Δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι που καταφέρνουν τόσο ανεπιτήδευτα να κερδίσουν καθολική αποδοχή και εκτίμηση – πόσο μάλλον αν είναι καλλιτέχνες και άρα, αν δεν σε συγκινεί το είδος τους, μπορεί και να μην έχεις ασχοληθεί ποτέ μαζί τους. Ο Μαζωνάκης, βέβαια, μπορεί να ήταν αγνά λαϊκός αλλά στην πραγματικότητα δεν είχε είδος – είχε κάτι το πανανθρώπινο στην ύπαρξη, τη φωνή και τα τραγούδια του κι αν έστω και μια φορά στη ζωή σου είχες πάει στα μπουζούκια, θα ήταν σίγουρα για εκείνον.

Εν τω μεταξύ ο όρος λαϊκός έχει πολλές εκφάνσεις και εδώ θα αφήσω στην άκρη το ηχόχρωμα και θα κρατήσω το λαϊκός που σημαίνει προσβάσιμος, κατανοητός, ανεπιτήδευτος.

Από την άλλη, λέξεις όπως εκκεντρικός και αντισυμβατικός μου φαίνονται τόσο λίγες για μια ύπαρξη που ακροβατούσε μεταξύ θεϊκού και γήινου, που ήταν σαν να επέλεξε να ζει ανάμεσά μας επειδή γούσταρε και που παρότι πολλές φορές έμοιαζε να μη χωράει πουθενά, τελικά χωρούσε παντού.

Τραγούδησε τόσο τη μοναξιά που σχεδόν κατάφερε να την ξορκίσει για όλους μας. Αυτή τη μοναξιά που το κενό της μόνο η τέχνη μπορεί να γεμίσει. Γι’ αυτό και όσοι έχουμε κλάψει στο παρελθόν με τα τραγούδια του – με την ερμηνεία του έκλαιγες και χωρίς κάποιο προφανή λόγο – τώρα κλάψαμε για εκείνον, πάλι παρέα με τα τραγούδια του. Γιατί ακόμα και τη θλίψη για τον δικό του θάνατο, εκείνος είχε φροντίσει να υπάρχει εκεί έξω το soundtrack που αξίζει να τη συνοδεύσει. 

Τέχνη είναι να πενθείς για κάποιον που δεν γνώρισες ποτέ.

Παρατηρώ την μορφή που παίρνει πια το συλλογικό πένθος – αυτή η κρυφή ανάγκη σύνδεσης που μας διατρέχει, που την κουβαλάμε σιωπηρά και την κρατάμε καλά κρυμμένη μέχρι να γίνει απέραντη. Η ταχύτητα εξάπλωσης είναι εξωφρενική, πανδημική, δεν μπορεί να τη συλλάβει κανείς με ανθρώπινα μέτρα.

Υπάρχει τόση καταγεγραμμένη πληροφορία εκεί έξω, τόσο διαθέσιμο υλικό και είναι αλήθεια περίεργο. Εικόνες, βίντεο, ιστορίες, συνεντεύξεις, αφιερώματα, ρεπορτάζ. Ο Μαζωνάκης στις γυναικείες φυλακές, ο Μαζωνάκης μαγειρεύει για άστεγους, ο Μαζωνάκης στην Ταράτσα του Φοίβου, ο Μαζωνάκης στα Υπέροχα Πλάσματα και στο Εμείς κι Εμείς και στο Voice, ο Μαζωνάκης στα κινητά μας, ο Μαζωνάκης δεδομένος.

Και όταν πεθαίνει κάποιος τόσο δεδομένος το σοκ είναι άμορφο.

Δεν προλάβαμε να το συνειδητοποιήσουμε, δεν γνωρίζαμε και δεν γνωρίζουμε ακόμα τι έχει συμβεί και αρχίσαμε ακαριαία να πενθούμε χωρίς να περάσουμε κάποιο ενδιάμεσο στάδιο, χωρίς να έχουν περάσει καν μερικές ώρες. Ο θάνατος είναι εξ’ ορισμού υπαρξιακός. Είναι αδύνατον να μην κάνεις προβολή όταν ένας άνθρωπος πριν από λίγο ζούσε και τώρα πια δε ζει. Είναι τόσο απλό, και τόσο ακατανόητο.

Λένε ότι η ενέργεια ούτε καταστρέφεται, ούτε δημιουργείται κι όμως ένας καλλιτέχνης κάνει κάτι μαγικό – δημιουργεί κάτι γεμάτο ενέργεια που πριν δεν υπήρχε. Κι όταν ο καλλιτέχνης πεθαίνει τότε είναι που πέρα από εκείνον πενθούμε και για όσα δεν πρόλαβε να δημιουργήσει. Γι’ αυτά του τα τραγούδια που δεν θα ακούσουμε ποτέ. Όπως ταυτόχρονα πενθούμε κάπως και τις δικές μας αναμνήσεις που έχουμε συνδέσει μαζί του, γιατί από εδώ και πέρα θα είναι λίγο πιο δύσκολο να τις σηκώσουμε. Ο Γιώργος Μαζωνάκης αγάπησε αναρχικά και έτσι ακριβώς αγαπήθηκε.

Πόσο μεγαλύτερος μύθος μπορεί να γίνει άραγε κάποιος μετά το θάνατό του, όταν είναι ήδη μύθος όσο ζει;

Αντίο Γιώργο, πάντα θα είσαι αυτός που μας έμαθε ότι ανήκουμε στον εαυτό μας.

Editor: Σταυρούλα Κουλίτση