Μια από τις φράσεις που συνοδεύει την μικρο-εποχή μας στο μυαλό μου είναι η αποθέωση της μετριότητας. Η παράλυση που έχει προκαλέσει στην κριτική μας σκέψη ο τεράστιος όγκος πληροφορίας που καταναλώνουμε, συμβάλλει στο να γίνουν ακόμα πιο θολά τα όρια μεταξύ της δυνητικής γνώμης που θα μπορούσαμε ανεπηρέαστοι να σχηματίσουμε και της ήδη επικρατούσας άποψης αυτών που πρόλαβαν και συνεπώς καθόρισαν τα πράγματα. H πλειοψηφία έχει σταματήσει εδώ και καιρό να είναι άξια εμπιστοσύνης και ένα statement του στυλ «η πιο όμορφη πόλη που έχω πάει» ηχεί σαν τραγούδι των Πυξ Λαξ από τα 00s.
Τα μνημεία-σύμβολα έχουν, ανάμεσα στα πλεονεκτήματα που τους δίνει η διασημότητά τους, και ένα μειονέκτημα: μετατρέπονται σε μνημεία της διπλανής πόρτας, αφου τα έχουμε δει τόσες πολλές φορες σε φωτογραφίες, βίντεο και εικαστικές παραλλαγές που τα θεωρούμε δεδομένα, οικεία, κανονικά. Κι αυτό πολλές φορές δεν μας ιντριγκάρει τόσο, όσο κάτι άγνωστο και αντι-μέινστριμ // ειδικά αν προσθέσουμε στην κουβέντα τον διακαή μας πόθο να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε σαν τους άλλους.
Η διαχρονικότητα έρχεται εμφατικά ως απάντηση στον παραπάνω συλλογισμό.
Γιατί ωραία τα λέω, αλλά το Παρίσι – η αφορμή δηλαδή αυτού του κειμένου – ήταν ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ πολύ πριν τους Πυξ Λαξ (αλήθεια δεν ξέρω πώς έχει προκύψει αυτή η αναλογία). Με το που πατάς το πόδι σου εκεί, βγάζει σταδιακά νόημα κάθε κλισέ τοποθέτηση ενθουσιασμού που έχεις ακούσει ή διαβάσει, και σου δημιουργείται η επιτακτική ανάγκη να βρεθείς κοντά στα πιο αναμενόμενα σημεία μιας καρτ ποστάλ.
Δεν έβγαζα ποτέ την κλασική φωτογραφία, μπροστά από το κλασικό μνημείο, γιατί εκείνη ήταν πολύ κλασική κι εγώ μάλλον κάτι πολύ πρωτότυπο που πιθανότατα φοβόταν υποσυνείδητα – πέρα από το να θεωρηθεί average – να αποτυπώσει την απόδειξη της φθοράς του, δίπλα σε κάτι άφθαρτο.
Τα χρόνια πέρασαν και φαίνεται να έχω συμφιλιωθεί κάπως με τη φθορά, κάτι που αποδεικνύει η σέλφι μου με τον Πύργο του Άιφελ, ο οποίος, όταν χτίστηκε από τον ομώνυμο κύριο, θεωρήθηκε αρχιτεκτονικό τέρας από σίδερα ή τελοσπάντων κάτι αντίστοιχο με ίσως πιο εκλεπτυσμένες λέξεις – αναρωτιεμαι τι γνώμη να είχε ο Μπουνιουέλ επί του θέματος.
Προσπαθούσα, λοιπόν, να αποσυνθέσω αυτο το αίσθημα δέους που ένιωθα βλέποντάς τον – ειδικά φωτισμένο – για να κατανοήσω από πού μπορεί να πηγάζει. Προσπαθούσα, ίσως από αγνή περιέργεια, ίσως για να αναπτύξω την ικανότητα να μαντεύω πού αλλού θα μπορώ να το ξαναβρώ. Η απάντηση ήταν λίγο πιο πέρα, στην Παναγία των Παρισίων, η οποία έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά και συνεχώς αυξανόμενη λίστα με γοτθικούς ναούς, που συγκλονίζουν τους άθεους περισσότερο ακόμα και από τους πιστούς. Εδώ, βέβαια, ίσως να έχει παίξει τον ρόλο του και ο Κουασιμόδος – το εισαγωγικό μάθημα στην ταξικότητα για τους millenials.
Αν το Παρίσι ήταν φαγητό, θα ηταν πατάτες τηγανητές – όχι γιατί french fries, αλλά επειδή μπαίνει πάντα στη συζήτηση, κι ας είναι το πιο αναμενόμενο κλισέ που θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί.
Editor: Σταυρούλα Κουλίτση



