Πάντα έχουν ενδιαφέρον οι ιστορίες με ανατροπές – αρκεί αυτές να μένουν πιστές στο ευρύτερο αφήγημα και να βγάζουν κάπως νόημα με βάση το χτίσιμο των χαρακτήρων. Όταν δε αυτές οι ανατροπές είναι διπλές, τότε συνηθίζω να σκέφτομαι πως τα πράγματα έκαναν έναν πλήρη κύκλο και επέστρεψαν στην αφετηρία τους, έχοντας πλέον αποκτήσει συνειδητότητα.
Ρώτησα έναν ρομαντικό του ποδοσφαίρου πώς μπορεί να μην έχει ξενερώσει με το άθλημα έτσι όπως έχει γίνει – συγκεκριμένα χρησιμοποίησα τη λέξη «καταντήσει» – και να παρακολουθεί ακόμα με τόσο πάθος. Μου απάντησε ότι αυτό που πάντα θα μένει ίδιο είναι ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί κάτι μαγικό. Μια απόκρουση, ένα κοντρόλ, μια κάθετη πάσα.
Έχουμε όμως σήμερα τη διάθεση, το χρόνο και την ιδεολογική ανοχή να περιμένουμε αυτή τη μαγική στιγμή του ενός δευτερολέπτου όταν όλο το υπόλοιπο είναι τόσο σάπιο;
Υπάρχουν πολλές γωνίες για να κοιτάξεις το ποδόσφαιρο. Και το ενδιαφέρον, αλλά ταυτόχρονα παραπλανητικό, είναι ότι το συμπέρασμα της κάθε οπτικής είναι από εντελώς διαφορετικό έως και αντίθετο από το συμπέρασμα μιας άλλης.
Μπορείς να το αποθεώνεις ως ένα μοναδικό λαϊκό παιχνίδι και θέαμα που δίνει νόημα στη ζωή εκατομμυρίων μη προνομιούχων σε όλο τον κόσμο, μπορείς να το αποστρέφεσαι ως τον απόλυτο μηχανισμό προπαγάνδας της ελιτ και αποπροσανατολισμού μιας εν δυνάμει ταξικής εξέγερσης που ποτέ δεν θα ήταν δυνατόν να έρθει από υπνωτισμένους ultras, μπορείς απλώς το βλέπεις και να γουστάρεις.
Τα success stories παικτών από τις φτωχογειτονιές της Λατινικής Αμερικής, τα δισεκατομμύρια που απλώνονται στα πόδια των νέων Μέσι, που πριν ήταν οι νέοι Ρονάλντο (the original) και πιο πριν οι νέοι Κρόιφ, οι φανατικοί και η κατευθυνόμενη οπαδική βία εντός και εκτός γηπέδων, οι επαναστατικές τακτικές και συστήματα από ιδιοφυείς προπονητές, η τύχη που ορίζει το πιο δημοφιλές άθλημα στον πλανήτη περισσότερο από όσο μπορούμε να φανταστούμε τώρα που η μπάλα έχει μέσα μικροτσίπ και ο διαιτητής μια κάμερα στηριγμένη στο αυτί του.
Όλα αυτά συνυπάρχουν, όλα αυτά χτίζουν το μύθο, όλα αυτά δίνουν το δικαίωμα στον καθέναν από εμάς να πάρει τη δική του θέση. Η δική μου θέση είναι σαν να παίζω μουσικές καρέκλες. Συχνά στοχεύω μια συγκεκριμένη, αλλά σπάνια καταφέρνω να καθίσω σε αυτήν. Μερικές φορές μπερδεύομαι και άλλες στέκομαι απλώς να κοιτάω, γιατί δεν κατάφερα να ακολουθήσω την ταχύτητα της συνεχούς κίνησης και να μείνω στο παιχνίδι – κάτι σαν τον Μουρίνιο δηλαδή.
Μεγάλωσα αγκαλιά με μια μπάλα. Κρεμασμένη στην τηλεόραση κάθε Τρίτη και Τετάρτη στις 21:45.
Έκανα έναν μεγάλο κύκλο. Ο πρώτος τελικός Champions League που θυμάμαι ήταν το επικό Γιουνάιτεντ – Μπάγερν του 1999. Στο Μουντιάλ του 2002 έγραψα στο χέρι 20 σελίδες ανάλυση για το τουρνουά και ήμουν 11 χρονών. Όμως το 2017 κατέληξα να χάσω την ανατροπή της Μπαρτσελόνα με το 6-1 απέναντι στην Παρί, γιατί είχα προτιμήσει να δω το Manchester by the sea στον κινηματογράφο Έλλη στην Ακαδημίας. Ξαναγύρισα αργότερα στο ποδόσφαιρο για να μελετήσω τα analytics του και να εργαστώ για λίγο καιρό σε αυτό. Και μετά ξαφνικά και εντελώς αδικαιολόγητα, άρχισα να απομακρύνομαι για ακόμα μια φορά.
Γιατί; Η Πάρι και η Σίτι ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις υπό τον απόλυτο έλεγχο αραβικών κρατών, το ματωμένο Παγκόσμιο Κύπελλο του Κατάρ με τους τουλάχιστον 6.500 νεκρούς σύμφωνα με την συγκλονιστική έρευνα του Guardian – η εικόνα του Μέσι να σηκώνει το κύπελλο φορώντας τον μάυρο παραδοσιακό αραβικό μανδύα είναι για μενα μια από τις πιο απεχθείς και ντροπιαστικές εικόνες που μας έχει δώσει το ποδόσφαιρο – αλλά και το πώς πρίν από όλα αυτά γιγαντωθηκε αυτή η τεράστια μπίζνα τρισεκατομμυρίων που σήμερα έχει συνολικά 15 λεπτά καθυστερήσεις, VAR σε κάθε στραβοπάτημα, cooling break για διαφημίσεις και καθόλου αγάπη.
Δεν ξέρω αν έχω γίνει παρελθοντολάγνα.
Αν οντως δεν βγαίνει σήμερα Ζιντάν και Ινιέστα και Τότι, αν όντως αντί για ποδοσφαιριστες με ταλεντο και ψυχή έχουμε μόνο fit αθλητές, icons και marketing stars, αλλά σόρρυ – ακόμα και ο Ντέιβιντ ο Μπέκαμ, ο πρώτος σοβαρα self-branded ποδοσφαιριστής, είχε μια σέντρα καλύτερη κι από γραφική παράσταση.
Δεν ζω σε άλλο πλανήτη, ούτε προσπαθώ να υποκριθώ ότι δεν είμαι κι εγώ ένα γρανάζι του καπιταλιστικού σύγχρονου κόσμου και στην πραγματικότητα αυτό που μου λείπει, είναι το συναίσθημα που ένιωθα. Το να με νοιάζει. Το να με νοιάζει χωρίς ηθικό κόστος.
Και έτσι ξεκίνησα να αποδομώ την τωρινή μου άρνηση για να ανακαλύψω πότε και γιατί σταμάτησε να με αφορά το ποδόσφαιρο.
Πότε σταμάτησε να έχει σημασία το ότι διάλεξα να είμαι Μπαρτσελόνα γιατί είχα διαβάσει την ιστορία της στο περιοδικό Active και έμαθα ότι το 1943 έχασε 11-1 από την Ρεάλ γιατί είχε απειλήσει τους παίκτες της το καθεστώς του Φράνκο. Η ίδια Μπαρτσελόνα που επί Γκουαρντιόλα μετατράπηκε από λούζερ σε ό,τι πιο πρωτοποριακό έχει υπάρξει, η ίδια Μπαρτσελόνα που κάποτε δεν είχε χορηγό στη φανέλα της αλλά μετά είχε, η ίδια Μπαρτσελόνα που έγινε για κάποιους Ουεφαλόνα – κι εγώ που δεν ήξερα πού να σταθώ ανάμεσα σε όλα αυτά και αποφάσισα τελικά να σταθώ μερικά βήματα πιο πίσω.
Fake it till you make it
Ήρθε λοιπόν το Μουντιάλ των ΗΠΑ, Μεξικού, Καναδά – το Μουντιάλ των κροίσων θεατών και της κόκκινης κάρτας που τελικά πέρασε με πορτοκαλί, ενώ ο Αρτάν κόπηκε – κι εγώ ήθελα να με νοιάζει.
Πήρα το βιβλίο «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φώς» του Eduardo Galeano για να με ταρακουνήσει και ξεκίνησα σχεδόν με το ζόρι να βλέπω κάθε πρωί με τον καφέ μου τα highlights από όλα τα ματς της προηγούμενης μέρας. Σημείωνα ποιά ομάδα συμπαθώ από κάθε όμιλο που δεν είχα συγκεκριμένη προτίμηση με βάση το ποδοσφαιρο που φαίνεται να παιζει και γενικά προσπάθησα να θυμηθώ ότι είναι παιχνίδι αντιμετωπίζοντάς το σαν παιχνίδι.
Στην πραγματικότητα, το να αποφασίσω να το παρακολουθήσω σήμαινε ότι αποφάσισα να αγνοήσω για λίγο την πολιτική του διάσταση – γιατί αν δεν την αγνοήσω, δεν θα μπορώ να το παρακολουθήσω – και ακριβώς αυτή η συνειδητοποίηση δεν ξέρω αν είναι τελικά μια νίκη δική μου ή του συστήματος.
Editor: Σταυρούλα Κουλίτση Photo Credits: Getty Images






